Η κόρη του Ηριδανού
ΑΣΤΡΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ
Ραψωδία
Κ
Οι Τέσσερις αστερισμοί:
ΠΑΡΘΕΝΟΣ ΔΙΔΥΜΟΙ ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΚΑΙ ΗΛΙΟΣ
Τέσσερις αστερισμοί από την όχθη της Λήθης συνοδεύουν τον Άρατο στο μεταφυσικό του ταξίδι στο Σύμπαν. Η Παρθένος δείχνει στον Άρατο πώς να μαντεύει το μέλλον κοιτώντας προσεκτικά στο παρελθόν. Οι Δίδυμοι έρχονται να διδάξουν τον Άρατο την μέχρι θανάτου αγάπη και φιλία. Προηγουμένως τον βγάζουν από την όχθη της Λησμοσύνης και τον συνοδεύουν σε μνήμες που οδηγούν σε άλλη όχθη, σε αυτή της Μνημοσύνης. Κι οι Κάβειροι στον αστερισμό του Καρκίνου του δωρίζουν σύμφωνα με ένα παλιό έθιμο την πορφυρή ζώνη της Ελπίδας και τον εξαγνίζουν από κάθε αρνητική σκέψη. Ο Ήλιος του Λέοντα τον συνοδεύει μαθαίνοντάς του το θάρρος και την υπερηφάνεια. Έτσι, ο Άρατος προετοιμάζεται να περάσει στη χώρα του συνειδητού, εκεί που η όχθη της Μνημοσύνης οδηγεί στην επικράτεια του Ποταμού Ηριδανού, του άστρου στο οποίο κρύβεται η χαμένη Ησηιόπη, η αγαπημένη του ποιητή.
Aγνή Κυρά των Αστεριών
που η χέρα σου βαστά το δίκαιο των φοβερών θηρίων,
της γέννας των Ανθρώπων
Να που σε ανταμώνω εδώ ξανά
μα σαν να μην σε έχω ξαναδεί είμαι αλήθεια
Γιατί απ τη μνήμη μου κάθε καλό πια εσβήσθη,
Σε εσέ προσπέφτω, γιατί χαμένος είμαι, κάτω απ το φως των αστεριών
Και πάνω από αυτό, το σώμα πάλι δεν ορίζω.
Η καρδιά μου γογγύζει δύσθυμη, μα πάλλεται.
Βιαστική κυλά στο επέκεινα
που τη ζήση του δεν γρικά ανθρώπου νους.
Εσύ που πατέρας σου είναι Αυτός που γέννησε το φως
Που η απτή φωνή σου το δίκιο στήριξε στην Αγορά,
βοήθησέ με να βγω εκεί, στην πέρα όχθη
Εκεί που η θάλασσα σκληρή τα ουρλιαχτά της στέλνει
κι αντιλαλούν μα και στους γύρω λόφους, αναδεύοντάς μου τα μυαλά
Σου ορκίζομαι σε ό,τι έχω πιο ιερό
Με ευγενικές μορφές τές που οι λέξεις ντύνονται
κάθε που υψώνονται κι απάνω στέκονται
ώσπου σώζουν την τύχη του πιο αχαμνού ανθρώπου.
Συ που αποκαλύπτεις την εικόνα σου σε όσους προσεύχονται,
πες μου πού είμαι
Από πού έρχομαι,
πού πάω.
Τι είναι η βροχή γύρω μου από το φως των αστεριών,
Φωτιά που καίει, μα ο δρόσος της το βλέμμα ξεδιψά και πιο μακριά με πιαίνει.
Στη γη των ζωντανών ανήκω λες
ή μήπως στα φαντάσματα την ύπαρξή μου πρέπει εγώ να προσμετρώ
κι ο δρόμος μου με στέλνει να πεθάνω;
Εσθλά δε τα πάντα. Προπάντων των ανθρώπων οι βουλές,
πράξις ρητή ή μήπως με τα μάτια σφαλιστά καταδαρθάνω;

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου